Συχνά ακούμε για τροφικές αλλεργίες ή τροφικές δυσανεξίες και δεν είναι λίγες οι φορές που αυτές οι δύο έννοιες χρησιμοποιούνται λανθασμένα ως συνώνυμες, για να περιγράψουν κάθε δυσμενή αντίδραση του οργανισμού στη λήψη τροφής.

Παρόλα αυτά, σε καμία περίπτωση οι δύο αυτές έννοιες δεν είναι συνώνυμες.

Αλλεργικές αντιδράσεις ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας προκύπτουν από τη δραστηριότητα του ανοσοποιητικού συστήματος κατά ορισμένων συστατικών της τροφής.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των τροφικών αλλεργιών σχετίζονται με την παραγωγή της ανοσοσφαιρίνης IgE και συμβαίνουν σχεδόν αμέσως μετά τη λήψη τροφής ή μέσα σε 2 ώρες από την κατανάλωση του αλλεργιογόνου παράγοντα.

Οι τροφικές αλλεργίες εκδηλώνονται με ευρύ φάσμα συμπτωμάτων, όπως: κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετο, διάρροια, αιμορραγία πεπτικού, εντεροπάθεια, κνησμό σε στόμα και φάρυγγα, κνίδωση, αγγειοοίδημα, έκζεμα, ερύθημα, κνησμό στο δέρμα, ρινίτιδα, άσθμα, βήχα, λαρυγγικό οίδημα, υπόταση, αναφυλαξία.

Οι τροφές που συνήθως προκαλούν αλλεργίες στα μικρά παιδιά είναι κυρίως το αυγό, το ψάρι, το γάλα, οι ξηροί καρποί, η σόγια και το σιτάρι, ενώ στους ενήλικες, τα ψάρια, τα οστρακοειδή και τα φιστίκια.

Η αντιμετώπιση της τροφικής αλλεργίας συνίσταται κατά βάση στην ολοκληρωτική αποφυγή κατανάλωσης των υπεύθυνων αλλεργιογόνων συστατικών και στην ενημέρωση για την παρουσία «κρυμμένων» αλλεργιογόνων σε ορισμένα τρόφιμα.

Ως «τροφική δυσανεξία» χαρακτηρίζεται κάθε ανεπιθύμητη αντίδραση του οργανισμού με την κατανάλωση τροφής, λόγω τοξικών, φαρμακολογικών, μεταβολικών ή ιδιοσυγκρασιακών αντιδράσεων στα συστατικά της τροφής.

Οι τοξικές αντιδράσεις προκαλούνται από μικροβιολογική επιμόλυνση των τροφίμων.

Οι φαρμακολογικές αντιδράσεις προκαλούνται από την παρουσία φαρμακευτικών προϊόντων στα τρόφιμα.

Οι μεταβολικές διαταραχές οφείλονται στην έλλειψη συγκεκριμένων ενζύμων από τον ανθρώπινο οργανισμό, γεγονός που καθιστά αδύνατη την πέψη ενός τροφίμου ή ενός συστατικού τροφίμων.

Οι πιο γνωστές τροφικές δυσανεξίες αφορούν το γαλακτοζάχαρο (υπολακτασία), τη γαλακτόζη (γαλακτοζαιμία), τη γλουτένη (κοιλιοκάκη), το οπωροσάκχαρο και τη σορβιτόλη. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει και η κυάμωση.